Πρόσφατα

Κλήση: Αναγκαιότητα ή απαίτηση;

  • Από μια Διάλεξη του Καπουκίνου Πατρός Alessandro Carollo
    Στους εν Ελλάδι συναδέλφους
    Άγιοι Ανάργυροι Αττικής, 18 Φεβρουαρίου 2009
    Μετάφραση από τα Ιταλικά: Πέτρου Ανδριώτη
    Λουτράκι 16-3-2009

  1. Εισαγωγή

Οι κλήσεις είναι ένα από τα πιο «καυτά» προβλήματα της Εκκλησίας. Τούτο οφείλεται κυρίως στο γεγονός ότι οι κλήσεις για την ιεροσύνη και τη μοναστική ζωή μειώθηκαν δραματικά. Όλοι μιλούν για «κρίση των κλήσεων», πολλοί πιστεύουν ότι διαθέτουν τη σωστή λύση, όμως η κατάσταση παραμένει πράγματι κρίσιμη. Είναι ωστόσο ανάγκη να αποσαφηνίσουμε ορισμένες πλευρές του προβλήματος.

  1. Η αριθμητική μείωση των κλήσεων είναι ένα σύμπτωμα, δεν είναι η αρρώστια. Αν θέλουμε να παρέμβουμε με τρόπο αποτελεσματικό, πρέπει να καταπολεμήσουμε την αρρώστια και όχι μόνο το σύμπτωμα.
  2.  Αντί για κρίση των κλήσεων θα έπρεπε να μιλάμε για κρίση της ανταπόκρισης στις κλήσεις. Είμαι βέβαιος ότι το κάλεσμα του Θεού Πατέρα είναι πάντοτε ισχυρό όπως και στις παρελθούσες γενεές. Η ανταπόκριση σε αυτό το κάλεσμα είναι σήμερα πολύ πιο δύσκολη. Η κρίση δεν βρίσκεται στο Θεό που καλεί, αλλά στον άνθρωπο που απαντά!
  3.  Στον όρο «κλήση», αποδίδεται ακόμα πολύ συχνά μια έννοια μονοσήμαντη και περιοριστική ως εάν το κάλεσμα του Θεού Πατέρα να αφορούσε αποκλειστικά και μόνο στην ειδικά αφιερωμένη ζωή των ιερέων και των μοναχών. Θα ήθελα να αποκτήσουμε ξανά μια πολύ πιο ευρεία και δυναμική αντίληψη των κλήσεων. Η κλήση γεννιέται από τη συνάντηση του Αναστημένου Κυρίου που μας προτείνει να δεχτούμε τις απαιτήσεις του Ευαγγελίου, ασπαζόμενοι το στυλ ζωής και τις υπαρξιακές επιλογές που ανταποκρίνονται στο σχέδιο αγάπης του Θεού για τον καθένα μας. Η κλήση, με άλλα λόγια, δεν είναι παρά η πρακτική, η συγκεκριμένη, η ζωτική πλευρά της πίστης στο Χριστό.
  4. Το ντοκουμέντο «Νέες κλήσεις για μια νέα Ευρώπη», αναφέρει ρητά: «Όλη η ποιμαντική και ιδιαίτερα αυτή για τους νέους, από τη φύση της, αφορά στις κλήσεις»[1]. Με άλλα λόγια, η κλήση αποτελεί συστατική και ουσιαστική διάσταση της ίδιας της συνήθους ποιμαντικής, γιατί η ποιμαντική είναι, από τις πρώτες αρχές της, και από τη φύση της, προσανατολισμένη στη διάκριση της κλήσης[2]».

Για να το πω με ξεκάθαρο και αυστηρό τρόπο: η ποιμαντική, ή είναι προσανατολισμένη στις κλήσεις, ή δεν είναι ποιμαντική. Η δε ποιμαντική για τους νέους, ή συμπεριλαμβάνει τις κλήσεις, ή δεν είναι ποιμαντική για τους νέους. Η διαφορά δεν είναι μικρή.  Με αυτή την έννοια, η προσανατολισμένη στις κλήσεις ποιμαντική, απελευθερώνει από το άγχος των αριθμών ( πόσους ιερείς, μοναχούς, μοναχές;) και της προπαγάνδας ( πρέπει να βρεθούν ιερείς, μοναχοί, μοναχές, για να ανταποκριθούμε στην ονομαζόμενη «κρίση των  κλήσεων»), για να αποκτήσει (η ως άνω ποιμαντική), ένα ευρύτερο πεδίο δράσης που περιλαμβάνει όλες τις διαστάσεις του νέου και της νέας, από τη συναισθηματική μέχρι τη διάσταση της πίστης. Κατά τον ίδιο τρόπο, η ποιμαντική για τους νέους ξαναβρίσκει ένα πιο ειδικό πεδίο υπηρεσίας: να βοηθήσει το νέο να ανταποκριθεί στα συνεχή καλέσματα του Θεού Πατέρα, που καλεί πάντοτε. «Η πιστότητα σ΄αυτού του είδους των καθημερινών καλεσμάτων είναι ακριβώς αυτή που καθιστά τον νέο του σήμερα ικανό να διακρίνει και να δεχτεί  “την κλήση” της ζωής του, και τον ενήλικα του αύριο, όχι μόνο ικανό να παραμείνει πιστός σ΄αυτήν, αλλά και να ανακαλύπτει πάντοτε περισσότερο τη φρεσκάδα και την ομορφιά της[3]».

Η κλήση είναι μια πράξη κατεξοχήν Πασχαλινή: ένα πέρασμα σε μιαν άλλη ζωή, την κατά Θεό και για το Θεό ζωή. Από μια κανονική ζωή, σε μια πλήρη ζωή. Από μια ζωή «για μένα», σε μια ζωή που αναγνωρίζει τον Κύριό της στο πρόσωπο του Χριστού (βλ. Λκ. 5. Ιω. 21).

Βαθύνοντας περισσότερο, καταλήγουμε στο συμπέρασμα, ότι η κρίση των κλήσεων, είναι μια κρίση πίστης. Είναι η αναγγελία της πίστης που βρίσκεται σε κρίση. Είναι οι χριστιανικές αξίες, πάνω στις οποίες στηρίζεται η κλήση, που δεν αναγνωρίζονται πια ως τέτοιες, και για τον πρόσθετο λόγο ότι δεν κατορθώνουμε να τις καταστήσουμε ελκυστικές,  ώστε να λαβαίνονται υπόψη.

  1. Τα καθήκοντα της ποιμαντικής για τη νεολαία.

Καθήκον της ποιμαντικής για τη νεολαία, -είναι χρήσιμο να το υπενθυμίσουμε- δεν είναι να δημιουργήσει κλήσεις. Αυτό είναι έργο του Θεού. Τα καθήκοντα της ποιμαντικής για τη νεολαία, επικεντρώνονται στην πριν και μετά περίοδο της ενέργειας αυτής του Θεού. Στην πριν περίοδο, μέσω ενός νέου ευαγγελισμού και της προώθησης μιας καλλιέργειας της κλήσης που δεσμεύει όλη την ποιμαντική της Εκκλησίας και όχι μόνο ορισμένους τομείς. Στην μετά περίοδο, μέσω μιας πορείας διάκρισης, για να βοηθηθούν οι νέοι να αναγνωρίσουν και να δεχτούν το κάλεσμα του Θεού.

2.1 Νέος ευαγγελισμός.

Είναι αναγκαία μια βαθιά ανανέωση των  περιεχομένων και της μεθόδου αναγγελίας του Ευαγγελίου, για να είναι πάντοτε, η σημερινή Εκκλησία, πιο ικανή να αναγγείλει το ευαγγέλιο στην ανθρωπότητα του αιώνα μας.

2.1.1. Το «παντοτινό» και το «νέο»

Είναι ανάγκη να συνδυαστεί το «παντοτινό» και το «νέο» του Ευαγγελίου, για να το παρουσιάσουμε στα νέα ερωτήματα και στις νέες συνθήκες το άνδρα και της γυναίκας του σήμερα. Καθίσταται λοιπόν επείγον να αναδιατυπώσουμε τον πυρήνα του «κηρύγματος», «ως είδηση αενάως καλή», πλούσια σε ζωή και νόημα για τον νέο, ως αναγγελία ικανή να απαντήσει στις προσδοκίες του και να φωτίσει τις αναζητήσεις του.

Είναι απαραίτητο λοιπόν, να έχουμε υπόψη μας τους δύο πόλους της επικοινωνίας: το μήνυμα και τον αποδέκτη. Ο κίνδυνος που υπάρχει σήμερα, είναι να «βάλουμε νερό στη μήνυμα» με σκοπό να το καταστήσουμε πιο ελκυστικό για τους νέους του σήμερα. Πρόκειται για αληθινό και καθαυτό πειρασμό: αφαιρώντας τον απαιτητικό χαρακτήρα του Ευαγγελίου, έχουμε αφαιρέσει… το ίδιο το Ευαγγέλιο.

Για το λόγο αυτό, οφείλουμε να αναδείξουμε τις απαιτήσεις και την ομορφιά του Ευαγγελίου και της ζωής με το Χριστό. Και να προσθέσουμε ότι η κλήση είναι η ίδια η καρδιά του νέου ευαγγελισμού στις αρχές της τρίτης χιλιετίας και το κάλεσμα του Θεού προς τον άνθρωπο για μια νέα εποχή αλήθειας και ελευθερίας και για την ηθική επανίδρυση της κουλτούρας και τη Ευρωπαϊκής κοινωνίας.

2.1.2. Νέα αγιότητα

Η Εκκλησία είναι κοινωνία πιστών καλεσμένων στη «νεότητα της αγιότητας», στην οικουμενική κλήση για αγιότητα, όπως υπογραμμίσει με έμφαση η Β΄ Σύνοδος του Βατικανού.

Είναι τώρα η στιγμή, αυτό το κάλεσμα να αποκτήσει ξανά την ισχύ του και να φθάσει σε κάθε πιστό, ώστε ο καθένας «να μπορέσει, μαζί με όλους τους αγίους, να συλλάβει ποιο είναι το πλάτος και το μήκος, το βάθος και το ύψος» (Εφ. 3,18) του μυστηρίου της χάρης που δόθηκε στη ζωή του και που φανερώνεται στην αγιότητα.

Χρειάζονται πατέρες και μητέρες ανοικτοί στη ζωή και στο δώρο της ζωής. Σύζυγοι που να μαρτυρούν και να τιμούν την ομορφιά της ευλογημένης από το Θεό ανθρώπινης αγάπης. Πρόσωπα ικανά για διάλογο και «με πολιτιστική αγάπη» για να μεταδώσουν το χριστιανικό μήνυμα μέσω των γλωσσικών ιδιωμάτων της κοινωνίας μας. Επαγγελματίες και απλοί άνθρωποι, ικανοί να αποτυπώσουν στη δράση τους μέσα στην κοινωνία και στις επαγγελματικές και φιλικές τους σχέσεις, τη διαφάνεια της αλήθειας και την ένταση της χριστιανικής αγάπης. Γυναίκες, που να ανακαλύψουν στη χριστιανική πίστη τη δυνατότητα να αναπτύξουν πλήρως τις γυναικείες ικανότητές τους. Ιερείς με μεγάλη καρδιά, στα πρότυπα του Καλού Ποιμένα. Μόνιμοι διάκονοι που να αναγγέλλουν το Λόγο και να βοηθούν ανιδιοτελώς και ποικιλοτρόπως τους φτωχότερους. Αφιερωμένοι στο Θεό απόστολοι, ικανοί να βρίσκονται μέσα στον κόσμο και στην ιστορία, με πνεύμα «ενορατικών» και μυστικιστές τόσο οικείοι με το μυστήριο του Θεού, ώστε να μπορούν να χαίρονται την εμπειρία του Θείου και να δείχνουν την παρουσία του Θεού στη ζωντανή πραγματικότητα της ζωής.

Η Ευρώπη έχει ανάγκη από νέους ομολογητές της πίστης και της ομορφιάς να πιστεύουν, έχει ανάγκη από μάρτυρες που να πείθουν με την πίστη τους και να είναι θαρραλέοι μέχρι του σημείου να μπορούν να προσφέρουν ακόμα και τη ζωή τους.

2.2. Νέες κλήσεις

Το κείμενο «Νέες κλήσεις για μια νέα Ευρώπη», προτείνει ένα άνοιγμα, που είναι εξαιρετικής σημασίας: η κλήση κάθε ανθρώπου δεν είναι αποκλειστικά θρησκευτικό γεγονός, θεμελιωμένο στο βάπτισμα, αλλά είναι ένα ουσιαστικά ανθρώπινο γεγονός: το σχέδιο του Θεού για κάθε άνθρωπο θεμελιώνεται στο ίδιο το γεγονός της ύπαρξης και στη «φροντίδα που έχει ο Θεός για κάθε δημιούργημά του». Ιδού παρακάτω το κείμενο αυτό:

«Όπως η αγιότητα είναι για όλους τους εν Χριστώ βαπτισμένους, έτσι υπάρχει μια ειδική κλήση για κάθε άνθρωπο. Και όπως η πρώτη, θεμελιώνεται στο Βάπτισμα, έτσι η δεύτερη, είναι συνδεδεμένη με το απλό γεγονός της ύπαρξης. Η κλήση είναι η σκέψη της πρόνοιας του Δημιουργού για κάθε πλάσμα, είναι το σχέδιό του, όπως ένα όνειρο που φωλιάζει στην καρδιά του Θεού γιατί στην ίδια καρδιά φωλιάζει το πλάσμα. Το σχέδιο αυτό, ο Θεός Πατέρας, το θέλει διαφορετικό και ιδιαίτερο για κάθε άνθρωπο.  Πράγματι το ανθρώπινο ον, έχει «κληθεί» στη ζωή και καθώς έρχεται στη ζωή φέρει και ξαναβρίσκει στον εαυτό του την εικόνα Εκείνου που το κάλεσε[4]».

Θα μπορούσαμε να πούμε ότι η κλήση (στη διπλή της διάσταση του καλέσματος και της απάντησης), είναι μια από τις πιο καθοριστικές όψεις με την οποία ο άνθρωπος φανερώνεται «ως πλασμένος κατ΄εικόνα και ομοίωση του Θεού». Το ντοκουμέντο συνεχίζει: «Αν λοιπόν κάθε ανθρώπινο ον έχει τη δική του κλήση από την πρώτη στιγμή  της γέννησής του, υπάρχουν στην Εκκλησία και στον κόσμο διάφορες κλήσεις, οι οποίες, ενώ σε θεολογικό επίπεδο, εκφράζουν την αποτυπωμένη στον άνθρωπο Θεϊκή ομοιότητα, σε επίπεδο ποιμαντικό-εκκλησιολογικό, απαντούν στις διάφορες απαιτήσεις του νέου ευαγγελισμού, εμπλουτίζοντας την εκκλησιολογική δυναμική και κοινωνία»

2.3    Κουλτούρα της κλήσης

Τα στοιχεία αυτά διεισδύουν σταδιακά στη συνείδηση των πιστών όχι όμως ακόμα μέχρι του σημείου να διαμορφώσουν μια αληθινή και γνήσια «κουλτούρα της κλήσης». Αυτή είναι μια συνιστώσα του νέου ευαγγελισμού. Είναι κουλτούρα της ζωής και του ανοίγματος στη ζωή, του νοήματος της ζωής, αλλά και του θανάτου. Η «κουλτούρα της κλήσης», είναι ένα σύνολο αξιών που αναφέρονται:

–          στην ευγνωμοσύνη

–          στην αποδοχή του μυστηρίου

–          στο αίσθημα της ατέλειας του ανθρώπου και ταυτόχρονα του ανοίγματός του στο υπερβατικό

–         στη διαθεσιμότητα να αφήσουμε τον άλλο (τον Άλλο), να μας καλέσει και τη ζωή να μας καθοδηγήσει

–          στην εμπιστοσύνη στον εαυτό μας και στον πλησίον

–       στην ελευθερία να συγκινούμαστε εμπρός στο δώρο που δεχθήκαμε, εμπρός στη στοργή, στην κατανόηση, στη συγχώρηση, ανακαλύπτοντας πως ό,τι έχουμε λάβει, ποτέ δεν το αξίζαμε, ότι ξεπερνά τις   δυνάμεις μας, και ότι είναι πηγή ευθύνης απέναντι στη ζωή

–          στην ικανότητα να ονειρευόμαστε και να επιθυμούμε  σημαντικά πράγματα

–          Στο θαυμασμό, που επιτρέπει να εκτιμούμε την ομορφιά

–          Στον αλτρουϊσμό, που δεν είναι μόνο αλληλεγγύη σε έκτακτες ανάγκες, αλλά γεννιέται από την ανακάλυψη της αξιοπρέπειας οιουδήποτε αδελφού.

Αυτά τα «μικρά» ζητήματα, που ίσως να μοιάζουν ασήμαντα ή προφανή, είναι αυτά που καθιστούν τον νέο, ικανό να ανοιχθεί στα σημαντικότερα, που μπορούν να γεμίσουν με νόημα τη ζωή.

Η έλλειψη των ειδικών κλήσεων, οφείλεται κυρίως στην απουσία συνείδησης της ζωής ως κλήση, δηλαδή στην απουσία της κουλτούρας της κλήσης.

Αυτή η κουλτούρα πρέπει να γίνει, σήμερα, ο πρωταρχικός στόχος της ποιμαντικής των κλήσεων και ίσως της ποιμαντικής γενικά. Πράγματι, τι είδους ποιμαντική είναι αυτή που δεν καλλιεργεί την ελευθερία του νέου να αισθανθεί το κάλεσμα του Θεού, και δεν συμβάλλει στο να προκύψουν καινοτόμες επιλογές ζωής;

2.4    Ποιμαντική των κλήσεων: το «ποιοτικό άλμα»

Ωστόσο, σ’ όλα αυτά, όσον αφορά στην ποιμαντική των κλήσεων, απαιτείται ένα ποιοτικό άλμα. Το ζήτημα δεν είναι μόνο να αντιδράσουμε σε μια αίσθηση κούρασης και αποθάρρυνσης λόγω πενιχρών αποτελεσμάτων, ούτε να ανανεώσουμε απλά κάποιες μεθόδους ή να ανακτήσουμε ενέργεια και ενθουσιασμό.

Το ζήτημα είναι να συλλάβουμε ακόμα μια φορά την κατεύθυνση που ο Θεός, ο Κύριος της ιστορίας, αποτυπώνει στην ιστορία μας, σήμερα, εμπρός σε ένα αποφασιστικό σταυροδρόμι.

  1. Αν η ποιμαντική των κλήσεων γεννήθηκε ως ανάγκη επείγουσα εξαιτίας μιας κατάστασης κρίσης και ένδειας κλήσεων, σήμερα δεν μπορούμε πια να την αντιλαμβανόμαστε με την ίδια προσωρινότητα και συνδεδεμένη με μια αρνητική συγκυρία. Αντίθετα, η ποιμαντική των κλήσεων παρουσιάζεται ως σταθερή και συνεπής έκφραση της μητρότητας της Εκκλησίας, ανοικτή στο ακατάλυτο σχέδιο του Θεού, που γεννά πάντοτε τη ζωή σε αυτήν.

Η αναγγελία του Ευαγγελίου, δεν μπορεί να ξεκινήσει με το φόβο μην «εξαφανιστεί», αλλά πρέπει να χαρακτηρίζεται από την ελπίδα και την εμπιστοσύνη στο μέλλον. Είναι ανώφελο να νοσταλγούμε με λύπη το παρελθόν γιατί έτσι χάνουμε τις ευκαιρίες του μέλλοντος που παραπέμπουν στο παρόν.

  1. Αν στο παρελθόν η προώθηση των κλήσεων αφορούσε μόνο ή κυρίως κάποιες κλήσεις,τώρα θα πρέπει να τείνουμε πάντοτε στην προώθηση όλων των κλήσεων, επειδή στην Εκκλησία του Κυρίου,  είτε αυξανόμαστε όλοι μαζί, είτε δεν αυξάνεται κανείς.
  2. Αν στις αρχές της ποιμαντικής των κλήσεων, το πεδίο της παρέμβασής της, περιοριζόταν σε κάποιες κατηγορίες προσώπων («οι δικοί μας», αυτοί που είναι πιο κοντά στο περιβάλλον της Εκκλησίας ή αυτοί που έδειχναν αμέσως κάποιο ενδιαφέρον, οι πιο καλοί και αξιέπαινοι, αυτοί που είχαν ήδη κάνει μια επιλογή πίστης και ούτω καθεξής…), τώρα συνειδητοποιείται όλο και περισσότερο η ανάγκη, η αναγγελία και  η πρόταση των κλήσεων, τουλάχιστο θεωρητικά, να απευθυνθεί προς όλους και εξ ονόματος του Θεού, που δεν έχει προτιμήσεις σε πρόσωπα, που επιλέγει αμαρτωλούς μέσα από ένα λαό αμαρτωλό, που τον Άμμως, που δεν ήταν γιος προφήτη αλλά μόνο συλλέκτης  μούρων, τον κάνει προφήτη, που καλεί τον Λευή, και επισκέπτεται το σπίτι του Ζακχαίου και «μπορεί να κάνει απογόνους  του Αβραάμ ακόμα και από τις πέτρες» (Μτ. 3,9).
  3. Αν η εμψύχωση των κλήσεων είναι ή ήταν πάντοτε αβέβαιη και δειλή, που έμοιαζε να βρίσκεται σε κατάσταση κατωτερότητας σε σχέση με την εχθρική προς τις κλήσεις επικρατούσα κουλτούρα,σήμερα κάνει αληθινή προώθηση των κλήσεων μόνο αυτός που είναι πεπεισμένος ότι μέσα σε κάθε πρόσωπο, μηδενός εξαιρουμένου, υπάρχει ένα πρωτότυπο δώρο του Θεού που περιμένει να ανακαλυφθεί.
  4. Αν ο στόχος ήταν κάποτε η στρατολόγηση και η «προπαγάνδα», με αποτελέσματα που συχνά περιόριζαν την ελευθερία του ατόμου και με φαινόμενα «ανταγωνισμού», τώρα γίνεται ολοένα  πιο σαφές πως ο σκοπός είναι η βοήθεια που πρέπει να δοθεί στο άτομο, ώστε να μάθει να διακρίνει το σχέδιο του Θεού για τη ζωή του, και την οικοδόμηση της Εκκλησίας και να αναγνωρίζει και να πραγματοποιεί, στα πλαίσια αυτού του σχεδίου, τη δική του αλήθεια.
  5. Ο ίδιος εμψυχωτής των κλήσεων πρέπει να γίνεται ολοένα και περισσότερο παιδαγωγός στην πίστη και διαμορφωτής κλήσεων, η δε εμψύχωση των κλήσεων να γίνεται πάντοτε περισσότερο πράξη συλλογική.
  6. Συμπέρασμα

Έχω την αίσθηση ότι η μεγάλη αριθμητική μείωση των κλήσεων είναι επίσης ένας τρόπος με τον οποίο ο Πατέρας κλαδεύει την άμπελό του. Αν υπάρχει μια θλιβερή πλευρά σε κάθε κλάδεμα, δεν πρέπει ωστόσο να λησμονούμε το  κίνητρο: «για να φέρει περισσότερο καρπό» (Ιω. 15,2). Το κλάδεμα, είναι λοιπόν μια δυνατή παραπομπή στην πίστη μας, είναι μια στιγμή «κρίσης» δηλαδή αξιολόγησης και απόφασης κλαδέματος. Αλλά κλαδεύω, δηλαδή κόβω, τι; Κόβω το περιττό, τους εύκολους συμβιβασμούς, τις μικρές και μεγάλες ανεπάρκειες της ζωής, το στραβομουτσούνιασμα και το τεταμένο δάκτυλο ενάντια στους άλλους. Μια καταδίκη εκείνου που δεν ξέρει ποτέ να θέσει τον εαυτό του υπό αμφισβήτηση.

Η απόκλιση μεταξύ του μεγέθους του θερισμού και της έλλειψης εργατών θα παραμείνει πάντοτε ίδια. Αλλά η Βασιλεία του Θεού, είναι σαν το προζύμι, ελάχιστο σε σχέση με το ζυμάρι. Είναι σαν τον κόκκο του σιναπιού, μικρό σε σχέση με το δέντρο. Είναι σαν το σπόρο, που πεθαίνει για να κάνει καρπό.

Αν θέλουμε να πάρουμε στα σοβαρά τα λόγια του Ιησού, τότε δεν πρέπει να φοβόμαστε, ούτε να αποθαρρυνόμαστε. Θετικά σημάδια υπάρχουν. Πολλοί είναι οι νέοι που προσπαθούν να ζήσουν με σοβαρότητα και συνέπεια το Ευαγγέλιο. Ορισμένοι από αυτούς, αγόρια και κορίτσια, έχουν επίσης εγκαταλείψει τα πάντα για να ακολουθήσουν τον Κύριο στη μοναστική ζωή. Υπάρχουν πολλές χριστιανικές οικογένειες. Το Ευαγγέλιο είναι ελκυστικό σε παρά πολύ κόσμο. Θα μπορούσαμε και εμείς να προσελκύσουμε πολλούς νέους, στο μέτρο που θα αποφασίσουμε να ζήσουμε σε βάθος το Ευαγγέλιο.

Ο Θεός δεν έπαψε ποτέ να καλεί. Και πολλοί νέοι δεν φοβούνται πια να ανταποκριθούν στο κάλεσμα του Θεού.

 

[1] Προκείται για το τελικό ντοκουμέντο της Συνδιάσκεψης για τις Κλήσεις στην ιεροσύνη και στη Μοναστική ζωή στην Ευρώπη: «Νέες κλήσεις για μια νέα Ευρώπη» ( 8 Δεκεμβρίου 1997).

[2]« Νέες κλήσεις για μια νέα Ευρώπη», 26

[3] «Νέες κλήσεις για μια νέα Ευρώπη, 26.

[4] «Νέες κλήσεις για μια νέα Ευρώπη, 13

Related Articles

Πιστεύω, δώρο Θεού, απόφαση ανθρώπου

Το 2013 στην Παναγία των Παρισίων, αφιέρωσαν τις διαλέξεις της Τεσσαρακοστής στην χριστιανική πίστη στο πλαίσιο του Έτους της πίστης. Ακολουθεί η Ομιλία του Mgr Bruno Lefevre Pontalis, Γενικού Βικάριου της Αρχιεπισκοπής Παρισιού, με θέμα “Πιστεύω. […]

«Ακούω, διακρίνω, ζω το κάλεσμα του Κυρίου» [2018]

ΜΗΝΥΜΑ ΤΟΥ ΠΑΠΑ ΦΡΑΓΚΙΣΚΟΥ ΓΙΑ ΤΗΝ 55Η ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΗΜΕΡΑ ΠΡΟΣΕΥΧΩΝ ΓΙΑ ΤΙΣ ΚΛΗΣΕΙΣ  2018 Ακούω, διακρίνω, ζω το κάλεσμα του Κυρίου   Αγαπητοί αδελφοί και αδελφές,   Τον Οκτώβριο του προσεχούς έτους, θα διεξαχθεί η 15η τακτική […]