ΜΗΝΥΜΑ ΤΟΥ ΑΓIΟΥ ΠΑΤΕΡΑ ΛΕΟΝΤΑ ΙΔ’
ΓΙΑ ΤΗΝ 111η ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΗΜΕΡΑ
ΜΕΤΑΝΑΣΤΩΝ ΚΑΙ ΠΡΟΣΦΥΓΩΝ 2025
(4-5 Οκτωβρίου 2025)
Μετανάστες, ιεραπόστολοι ελπίδας
Αγαπητοί αδελφοί και αδελφές,
η 111η Παγκόσμια Ημέρα Μεταναστών και Προσφύγων, την οποία ο προκάτοχός μου επέλεξε να συμπέσει με το Ιωβηλαίο των μεταναστών και του ιεραποστολικού κόσμου, μας προσφέρει την ευκαιρία να αναλογιστούμε τη σύνδεση μεταξύ ελπίδας, μετανάστευσης και ιεραποστολής.
Το τρέχον παγκόσμιο πλαίσιο είναι δυστυχώς σημαδεμένο από πολέμους, βία, αδικίες και ακραία καιρικά φαινόμενα, αναγκάζοντας εκατομμύρια ανθρώπους να εγκαταλείψουν τις πατρίδες τους για να αναζητήσουν καταφύγιο αλλού. Η εκτεταμένη τάση να αντιμετωπίζονται αποκλειστικά τα συμφέροντα των τοπικών κοινοτήτων, αποτελεί σοβαρή απειλή για την κοινή ευθύνη, την πολυμερή συνεργασία, την επιδίωξη του κοινού καλού και την παγκόσμια αλληλεγγύη προς όφελος ολόκληρης της ανθρώπινης οικογένειας. Η προοπτική μιας ανανεωμένης κούρσας εξοπλισμών και η ανάπτυξη νέων όπλων, συμπεριλαμβανομένων των πυρηνικών όπλων, η έλλειψη μέριμνας για τις επιβλαβείς επιπτώσεις της συνεχιζόμενης κλιματικής κρίσης και οι βαθιές οικονομικές ανισότητες καθιστούν τις προκλήσεις του παρόντος και του μέλλοντος ολοένα και πιο τρομακτικές.
Καθώς ερχόμαστε αντιμέτωποι με θεωρίες παγκόσμιων καταστροφών και με τρομακτικά σενάρια, είναι σημαντικό να καλλιεργηθεί στις καρδιές των πολλών η επιθυμία της ελπίδας σε ένα μέλλον αξιοπρέπειας και ειρήνης για όλους τους ανθρώπους. Αυτό το μέλλον αποτελεί ουσιαστικό μέρος του σχεδίου του Θεού για την ανθρωπότητα και την υπόλοιπη πλάση. Πρόκειται για το μεσσιανικό μέλλον που προεικονίζουν οι προφήτες: «Πάλι θα καθίσουν γέροντες και γερόντισσες στις πλατείες της Ιερουσαλήμ, καθένας με το ραβδί του στο χέρι του· σε τόσο μεγάλη ηλικία θα έχουν φτάσει! Οι πλατείες της πόλης θα πλημμυρίσουν με αγόρια και κορίτσια, που θα χαίρονται σ’ αυτές. […] Θα σπείρω ειρήνη: Οι ουρανοί θα στέλνουν τη βροχή τους, τ’ αμπέλια θα δίνουν τα σταφύλια τους και η γη τα γεννήματά της» (Ζαχ 8,4-5. 12). Και αυτό το μέλλον έχει ήδη ξεκινήσει, επειδή εγκαινιάστηκε από τον Ιησού Χριστό (βλ. Μκ 1,15 και Λκ 17,21), και πιστεύουμε και ελπίζουμε στην πλήρη πραγματοποίησή του, διότι ο Κύριος τηρεί πάντα τις υποσχέσεις του.
Η Κατήχηση της Καθολικής Εκκλησίας διδάσκει: «Η αρετή της ελπίδας ανταποκρίνεται στην επιδίωξη της ευτυχίας, την οποία ο Θεός έχει βάλει μέσα στην καρδιά κάθε ανθρώπου· αυτή συμπεριλαμβάνει τις προσδοκίες που εμπνέουν τις δραστηριότητες των ανθρώπων» (αριθ. 1818). Και ασφαλώς η αναζήτηση της ευτυχίας –και η προοπτική να την βρει κανείς αλλού– είναι ένα από τα κύρια κίνητρα για τη σύγχρονη ανθρώπινη κινητικότητα.
Αυτή η σύνδεση μεταξύ μετανάστευσης και ελπίδας αποκαλύπτεται ξεκάθαρα σε πολλές από τις σημερινές μεταναστευτικές εμπειρίες. Πολλοί μετανάστες, πρόσφυγες και εκτοπισμένοι είναι προνομιούχοι μάρτυρες της ελπίδας που βιώνεται στην καθημερινή ζωή, μέσω της εμπιστοσύνης τους στον Θεό και της αντοχής τους στις αντιξοότητες για χάρη ενός μέλλοντος στο οποίο διακρίνουν την προσέγγιση της ευτυχίας και της ολοκληρωμένης ανθρώπινης ανάπτυξης. Ανανεώνεται σε αυτούς η περιοδεύουσα εμπειρία του λαού του Ισραήλ: «Θεέ, όταν έβγαινες μπροστά από τον λαό σου, όταν διέσχιζες την έρημο, σείστηκε η γη και στάλαξαν τα ουράνια, μπροστά στου Θεού του Σινά το πρόσωπο, μπροστά στου Θεού του Ισραήλ το πρόσωπο. Βροχή, Θεέ, έριχνες άφθονη, την εξασθενημένη κληρονομία σου αναζωογόνησες. Τα ζώα σου σ’ αυτήν κατοικούσαν, μες στην καλοσύνη σου, Θεέ, για τον φτωχό προνόησες» (Ψλ 68,8-11).
Σε έναν κόσμο συσκοτισμένο από πολέμους και αδικίες, ακόμη και εκεί όπου όλα φαίνονται χαμένα, οι μετανάστες και οι πρόσφυγες στέκονται ως αγγελιοφόροι ελπίδας. Το θάρρος και η επιμονή τους αποτελούν ηρωική μαρτυρία μιας πίστης που βλέπει πέρα από αυτό που μπορούν να δουν τα μάτια μας και τους δίνει τη δύναμη να αψηφήσουν τον θάνατο κατά μήκος των διαφόρων σύγχρονων μεταναστευτικών οδών. Και εδώ, μπορούμε να βρούμε μια σαφή αναλογία με την εμπειρία του λαού Ισραήλ που περιπλανιόταν στην έρημο, ο οποίος αντιμετωπίζει κάθε κίνδυνο έχοντας εμπιστοσύνη στην προστασία του Κυρίου: «Αυτός θα σε ελευθερώσει από των κυνηγών την παγίδα και από τον ολέθριο λόγο. Με τα φτερά του θα σε σκεπάσει και κάτω από τις φτερούγες του θα καταφύγεις, ασπίδα και θώρακας θα είναι η αλήθεια του. Δεν θα φοβηθείς από τον φόβο της νύχτας, ούτε από το βέλος που πετά την ημέρα, ούτε από τον λοιμό που περιφέρεται στο σκοτάδι, ούτε από τον όλεθρο που ερημώνει το μεσημέρι» (Ψλ 91,3-6).
Οι μετανάστες και οι πρόσφυγες υπενθυμίζουν στην Εκκλησία την οδοιπορούσα διάστασή της, το γεγονός ότι πορεύεται ακατάπαυστα προς την οριστική πατρίδα, υποστηριζόμενη από μια ελπίδα που αποτελεί θεολογική αρετή. Κάθε φορά που η Εκκλησία ενδίδει στον πειρασμό της “μόνιμης εγκατάστασης” και παύει να είναι civitas peregrina –λαός του Θεού που οδοιπορεί προς την ουράνια πατρίδα (βλ. Αυγουστίνος, De civitate Dei, Βιβλίο XIV-XVI), παύει να είναι “εν τω κόσμω” και γίνεται “εκ του κόσμου” (βλ. Ιω 15,19). Αυτός ο πειρασμός ήταν ήδη παρών στις πρώτες χριστιανικές κοινότητες, σε τέτοιο βαθμό που ο απόστολος Παύλος αναγκάστηκε να υπενθυμίσει στην Εκκλησία των Φιλίππων ότι «είμαστε πολίτες του ουρανού, απ’ όπου και περιμένουμε να έρθει ο σωτήρας μας, ο Κύριος Ιησούς Χριστός. Αυτός θα μεταμορφώσει το φθαρτό μας σώμα και θα το κάνει όμοιο με το δικό του ένδοξο σώμα με τη δύναμη και την εξουσία που έχει, να υποτάξει στον εαυτό του τα πάντα» (Φιλ 3,20-21).
Συγκεκριμένα, οι Καθολικοί μετανάστες και πρόσφυγες μπορούν να γίνουν ιεραπόστολοι ελπίδας στις χώρες που τους υποδέχονται, καλλιεργώντας νέα μονοπάτια πίστης εκεί όπου το μήνυμα του Ιησού Χριστού δεν έχει ακόμη φτάσει, ή ξεκινώντας διαθρησκειακούς διαλόγους βασισμένους στην καθημερινή ζωή και την αναζήτηση κοινών αξιών. Αυτοί, πράγματι, με τον πνευματικό τους ενθουσιασμό και τη ζωντάνια τους, μπορούν να συμβάλουν στην αναζωογόνηση δύσκαμπτων και κουρασμένων εκκλησιαστικών κοινοτήτων, στις οποίες προελαύνει απειλητικά η πνευματική έρημος. Η παρουσία τους πρέπει, λοιπόν, να αναγνωριστεί και να εκτιμηθεί ως μια αληθινή θεϊκή ευλογία, μια ευκαιρία να ανοιχτεί κανείς στη χάρη του Θεού που δίνει νέα ενέργεια και ελπίδα στην Εκκλησία Του: «Μην ξεχνάτε τη φιλοξενία, διότι με αυτήν μερικοί, χωρίς να το ξέρουν, φιλοξένησαν αγγέλους» (Εβρ 13,2).
Το πρώτο στοιχείο του ευαγγελισμού, όπως τόνιζε ο Άγιος Παύλος ΣΤ’, είναι γενικώς η μαρτυρία: «Όλοι οι Χριστιανοί είναι καλεσμένοι και μπορούν να είναι, υπό αυτή την άποψη, αληθινοί ευαγγελιστές. Ας σκεφτούμε προπάντων την ευθύνη που επαφίεται στους μετανάστες στις χώρες οι οποίες τους υποδέχονται» (Evangelii Nuntiandi, 21). Πρόκειται για μια αληθινή missio migrantium –μια ιεραποστολή που υλοποιείται από τους μετανάστες– για την οποία πρέπει να διασφαλιστεί η επαρκής προετοιμασία και η συνεχής υποστήριξη, καρπός μιας αποτελεσματικής διεκκλησιαστικής συνεργασίας.
Από την άλλη πλευρά, οι κοινότητες που τους υποδέχονται μπορούν επίσης να αποτελέσουν μια ζωντανή μαρτυρία ελπίδας. Ελπίδας νοούμενης ως υπόσχεση ενός παρόντος και ενός μέλλοντος στο οποίο αναγνωρίζεται η αξιοπρέπεια όλων ως παιδιών του Θεού. Με αυτόν τον τρόπο, οι μετανάστες και οι πρόσφυγες αναγνωρίζονται ως αδελφοί και αδελφές, μέρος μιας οικογένειας όπου μπορούν να εκφράσουν τα ταλέντα τους και να συμμετέχουν πλήρως στην κοινοτική ζωή.
Αυτή την ημέρα του Ιωβηλαίου, κατά την οποία η Εκκλησία προσεύχεται για όλους τους μετανάστες και τους πρόσφυγες, επιθυμώ να εμπιστευτώ όλους όσους βρίσκονται καθ’ οδόν, καθώς και όσους προσπαθούν να τους συνοδεύσουν, στην μητρική προστασία της Παρθένου Μαρίας, της παρηγορήτριας των μεταναστών, ώστε να διατηρήσει ζωντανή την ελπίδα στην καρδιά τους και να τους στηρίξει στη δέσμευσή τους να οικοδομήσουν έναν κόσμο που να μοιάζει όλο και περισσότερο με τη Βασιλεία του Θεού, την αληθινή Πατρίδα που μας περιμένει στο τέλος του ταξιδιού μας.
Εκ του Βατικανού, 25 Ιουλίου 2025, Εορτή του Αγίου Αποστόλου Ιακώβου
ΛΕΩΝ ΠΠ. ΙΔ’
——————–
Μετάφραση: π.Λ